harbor
har
ˈhɑ:
haa
bor
barber
harbour

Ορισμός και σημασία του "harbor"στα αγγλικά

01

λιμάνι, ορμολόγιο

a sheltered area of water along the coast where ships, boats, and other vessels can anchor safely, typically protected from rough seas by natural or artificial barriers 
harbor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harbors
Παραδείγματα
The ships docked in the harbor to avoid the storm approaching from the open sea. 

Τα πλοία αγκυροβόλησαν στο λιμάνι για να αποφύγουν την καταιγίδα που πλησίαζε από την ανοιχτή θάλασσα.

02

καταφύγιο, ασφαλές λιμάνι

a safe place that provides refuge or shelter from danger or difficulty 
Παραδείγματα
After a long journey, the quaint village served as a harbor for weary travelers seeking rest. 

Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, η γραφική κωμόπολη χρησίμευσε ως λιμάνι για κουρασμένους ταξιδιώτες που αναζητούσαν ανάπαυση.

to harbor
01

τρέφω, φυλάσσω

to maintain thoughts, feelings, or emotions, often over time 
Transitive: to harbor a thought or feeling
to harbor definition and meaning
Παραδείγματα
He still harbors resentment toward his former business partner. 

Ακόμα διατηρεί μνησικακία προς τον πρώην επιχειρηματικό του συνεργάτη.

02

παρέχω καταφύγιο, φιλοξενώ

to provide a safe place for a person 
Transitive: to harbor sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harbor
γ΄ ενικό πρόσωπο
harbors
ενεστώτα μετοχή
harboring
απλός αόριστος
harbored
παθητική μετοχή
harbored
Παραδείγματα
During the storm, the family harbored several stranded travelers overnight. 

Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, η οικογένεια φιλοξένησε αρκετούς παγιδευμένους ταξιδιώτες για τη νύχτα.

2.1

παρέχω καταφύγιο, προστατεύω

to serve as a habitat or protective environment for a living organism 
Transitive: to harbor an organism
Παραδείγματα
The old tree harbors countless species of birds and insects. 

Το παλιό δέντρο φιλοξενεί αμέτρητα είδη πουλιών και εντόμων.

2.2

φιλοξενώ, μεταφέρω

to serve as a carrier for harmful microorganisms 
Transitive: to harbor harmful microorganisms
Παραδείγματα
Wild animals can harbor pathogens that pose risks to human health. 

Τα άγρια ζώα μπορούν να φιλοξενούν παθογόνους μικροοργανισμούς που αποτελούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.

03

φιλοξενώ, περιέχω

to hold or possess something within 
Transitive: to harbor sth
Παραδείγματα
The old chest harbored a collection of ancient artifacts. 

Το παλιό σεντούκι φιλοξενούσε μια συλλογή αρχαίων αντικειμένων.

04

αγκυροβολώ, καταφεύγω

(of a ship) to dock or take shelter in a harbor 
Intransitive: to harbor somewhere
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The captain ordered the crew to harbor in the nearest port for the night. 

Ο καπετάνιος διέταξε το πλήρωμα να αραγήσει στο πλησιέστερο λιμάνι για τη νύχτα.

05

φιλοξενώ, στέγω

(of an organism) to live within another living organism as a host 
Intransitive: to harbor somewhere
Παραδείγματα
The parasite harbors within the intestines of its host, feeding off nutrients. 

Το παράσιτο καταφεύγει στα έντερα του ξενιστή του, τρέφονται από θρεπτικά συστατικά.

Λεξικό Δέντρο

harborage
harborless
harbor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store