Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to harangue
01
εκφωνώ μακροσκελή και θυμωμένη ομιλία, μιλώ με πάθος και θυμό
to give a speech that is lengthy, loud, and angry intending to either persuade or criticize
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harangue
γ΄ ενικό πρόσωπο
harangues
ενεστώτα μετοχή
haranguing
απλός αόριστος
harangued
παθητική μετοχή
harangued
Παραδείγματα
The politician harangued the crowd about the need for reform during the rally.
Ο πολιτικός έβγαλε μια μακρά και θυμωμένη ομιλία στο πλήθος για την ανάγκη μεταρρύθμισης κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης.
Harangue
01
οξεία ομιλία, προσφώνηση
a loud, forceful, and emotional speech or lecture, intended to persuade or criticize
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harangues
Παραδείγματα
The politician delivered a harangue against corruption.
Ο πολιτικός εκφώνησε μια οξεία ομιλία κατά της διαφθοράς.
Λεξικό Δέντρο
haranguer
harangue



























