Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moor
01
έλη, ανοικτή έκταση
an expanse of open, often high land with peaty soil, typically covered with heather, bracken, and moss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moors
Παραδείγματα
The hikers crossed the misty moor at dawn.
Οι πεζοπόροι διέσχισαν την ομιχλώδη έλη την αυγή.
02
Μαυριτανός, Μαυροβούνιος
a North African Muslim of mixed Arab and Berber descent who converted to Islam in the 8th century and conquered Spain
Παραδείγματα
The Moors ruled parts of Spain for several centuries.
Οι Μαυριτανοί κυβέρνησαν μέρη της Ισπανίας για αρκετούς αιώνες.
to moor
01
αγκυροβολώ, δένω
to secure a boat by means of cables or anchors in a particular place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moor
γ΄ ενικό πρόσωπο
moors
ενεστώτα μετοχή
mooring
απλός αόριστος
moored
παθητική μετοχή
moored
Παραδείγματα
The sailors worked quickly to moor the boat to the dock before the storm hit.
Οι ναυτικοί εργάστηκαν γρήγορα για να αγκυροβολήσουν τη βάρκα στη προβλήτα πριν χτυπήσει η καταιγίδα.
Λεξικό Δέντρο
moorage
moor



























