Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moonshine
01
φεγγαρόφωτο, φως του φεγγαριού
the light of the Moon
02
παράνομο ουίσκι, μουνοσάιν
whiskey illegally distilled from a corn mash
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
moonshines
to moonshine
01
παράνομα απόσταξη αλκοόλ, παραγωγή παράνομου οινοπνεύματος
distill (alcohol) illegally; produce moonshine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moonshine
γ΄ ενικό πρόσωπο
moonshines
ενεστώτα μετοχή
moonshining
απλός αόριστος
moonshined
παθητική μετοχή
moonshined
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
moonshine
moon
shine



























