Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moonlight
to moonlight
01
εργάζομαι μαύρα, κάνω δεύτερη δουλειά
to work a secondary job in addition to one's main employment, typically outside regular hours
Παραδείγματα
He moonlights as a tutor to earn extra money.
Αυτός δουλεύει παράλληλα ως δάσκαλος για να κερδίσει επιπλέον χρήματα.
Λεξικό Δέντρο
moonlight
moon
light



























