Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moonlight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They took a romantic walk along the beach, guided by the soft moonlight.
Έκαναν μια ρομαντική βόλτα κατά μήκος της παραλίας, καθοδηγούμενοι από το απαλό φως του φεγγαριού.
to moonlight
01
εργάζομαι μαύρα, κάνω δεύτερη δουλειά
to work a secondary job in addition to one's main employment, typically outside regular hours
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moonlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
moonlights
ενεστώτα μετοχή
moonlighting
απλός αόριστος
moonlighted
παθητική μετοχή
moonlighted
Παραδείγματα
She moonlights as a bartender on weekends.
Εκείνη κάνει δεύτερη δουλειά ως μπαργούμαν τα Σαββατοκύριακα.
Λεξικό Δέντρο
moonlight
moon
light



























