moonlight
moon
ˈmu:n
μουν
light
laɪt
λαιτ
monolight

Ορισμός και σημασία του "moonlight"στα αγγλικά

01

φως του φεγγαριού, σεληνόφως

the light coming from the moon 
moonlight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
They took a romantic walk along the beach, guided by the soft moonlight. 

Έκαναν μια ρομαντική βόλτα κατά μήκος της παραλίας, καθοδηγούμενοι από το απαλό φως του φεγγαριού.

to moonlight
01

εργάζομαι μαύρα, κάνω δεύτερη δουλειά

to work a secondary job in addition to one's main employment, typically outside regular hours 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moonlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
moonlights
ενεστώτα μετοχή
moonlighting
απλός αόριστος
moonlighted
παθητική μετοχή
moonlighted
Παραδείγματα
She moonlights as a bartender on weekends. 

Εκείνη κάνει δεύτερη δουλειά ως μπαργούμαν τα Σαββατοκύριακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

moonlight

moon

+

light

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store