Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moonlight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The campers enjoyed telling stories around the fire, with moonlight shining through the trees.
Οι κατασκηνωτές απολάμβαναν να λένε ιστορίες γύρω από τη φωτιά, με το φως του φεγγαριού να λάμπει μέσα από τα δέντρα.
to moonlight
01
εργάζομαι μαύρα, κάνω δεύτερη δουλειά
to work a secondary job in addition to one's main employment, typically outside regular hours
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moonlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
moonlights
ενεστώτα μετοχή
moonlighting
απλός αόριστος
moonlighted
παθητική μετοχή
moonlighted
Παραδείγματα
He moonlights as a tutor to earn extra money.
Αυτός δουλεύει παράλληλα ως δάσκαλος για να κερδίσει επιπλέον χρήματα.
Λεξικό Δέντρο
moonlight
moon
light



























