moonroof
moon
ˈmu:n
moon
roof
ˌru:f
roof

Ορισμός και σημασία του "moonroof"στα αγγλικά

01

γυάλινο ηλιοροφή, moonroof

a type of sunroof that is specifically made of glass, allowing natural light to enter the vehicle even when closed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
moonroofs
Παραδείγματα
My new car has a moonroof, so I can enjoy the fresh air while driving. 

Το καινούριο μου αυτοκίνητο έχει ηλιοροφή, οπότε μπορώ να απολαμβάνω τον φρέσκο αέρα ενώ οδηγώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

moonroof

moon

+

roof

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store