moor
moor
mʊr
μουρ
/mˈɔː/

Ορισμός και σημασία του "moor"στα αγγλικά

01

έλη, ανοικτή έκταση

an expanse of open, often high land with peaty soil, typically covered with heather, bracken, and moss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moors
Παραδείγματα
Walking on the moor requires sturdy boots due to soft, uneven ground.
Το περπάτημα στο βάλτο απαιτεί ανθεκτικά μπότες λόγω του μαλακού, ανώμαλου εδάφους.
02

Μαυριτανός, Μαυροβούνιος

a North African Muslim of mixed Arab and Berber descent who converted to Islam in the 8th century and conquered Spain
Παραδείγματα
Castles and fortresses show the legacy of the Moors.
Τα κάστρα και τα φρούρια δείχνουν την κληρονομιά των Μαυριτανών.
to moor
01

αγκυροβολώ, δένω

to secure a boat by means of cables or anchors in a particular place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moor
γ΄ ενικό πρόσωπο
moors
ενεστώτα μετοχή
mooring
απλός αόριστος
moored
παθητική μετοχή
moored
Παραδείγματα
Tourists watched as the captain skillfully moored the riverboat along the scenic riverbank for an evening stop.
Οι τουρίστες παρακολούθησαν τον καπετάνιο να αραξοποδίζει επιδέξια το ποτάμιο πλοίο κατά μήκος της γραφικής όχθης για μια βραδινή στάση.
02

αγκυροβολώ, προσδένω

(of a boat or ship) to stop in a designated area, typically using a mooring buoy or dock
Παραδείγματα
The yacht moored quietly, creating a peaceful scene on the water.
Το γιοτ αράζει ήσυχα, δημιουργώντας μια ειρηνική σκηνή στο νερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store