elusive
e
ɪ
i
lu
ˈlu:
loo
sive
sɪv
siv
abusiveallusiveillusiveintrusive

Ορισμός και σημασία του "elusive"στα αγγλικά

01

δύσκολος να πιαστεί, απρόσιτος

difficult to catch or capture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elusive
συγκριτικός βαθμός
more elusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The elusive fox darted through the underbrush, impossible to catch. 

Η δύσκολα πιασμένη αλεπού πέρασε γρήγορα από τους θάμνους, αδύνατο να πιαστεί.

02

δύσκολος να περιγραφεί, δύσκολος να προσδιοριστεί

difficult to describe or put into words 
Παραδείγματα
The concept of true happiness is elusive, difficult to describe clearly. 

Η έννοια της αληθινής ευτυχίας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, δύσκολο να περιγραφεί ξεκάθαρα.

03

δύσκολος να πιαστεί, διαφεύγων

difficult to grasp mentally 
Παραδείγματα
The concept of time felt elusive, slipping away no matter how hard they tried to focus. 

Η έννοια του χρόνου φαινόταν δύσκολα κατανοητή, ξέφευγε ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά προσπαθούσαν να συγκεντρωθούν.

04

απρόσιτος, δύσκολος στον ορισμό

(of an idea, quality, etc.) difficult to define, describe, or fully comprehend 
Παραδείγματα
The meaning behind the artwork had an elusive quality that left viewers pondering its message. 

Το νόημα πίσω από το έργο τέχνης είχε μια δύσκολα προσδιορίσιμη ποιότητα που άφηνε τους θεατές να αναρωτιούνται για το μήνυμά του.

05

διαφευκτικός, απρόσιτος

tending to evade grasp or pursuit, remaining out of reach despite persistent effort 
Παραδείγματα
The sunset’s elusive beauty changed from one moment to the next, never allowing a single picture to capture its full glory. 

Η δύσκολη να πιαστεί ομορφιά του ηλιοβασιλέματος άλλαζε από στιγμή σε στιγμή, χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε μια μόνο εικόνα να καταγράψει όλη της τη δόξα.

Λεξικό Δέντρο

elusiveness
elusive
elusion
elude
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store