to elucidate
e
ɪ
i
lu
ˈlu:
loo
ci
si
date
deɪt
deit

Ορισμός και σημασία του "elucidate"στα αγγλικά

to elucidate
01

διασαφηνίζω, εξηγώ

to clarify and make something clear 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elucidate
γ΄ ενικό πρόσωπο
elucidates
ενεστώτα μετοχή
elucidating
απλός αόριστος
elucidated
παθητική μετοχή
elucidated
Παραδείγματα
During the lecture, the professor elucidated the intricate details of the scientific theory. 

Κατά τη διάρκεια της διάλεξης, ο καθηγητής εξήγησε τις περίπλοκες λεπτομέρειες της επιστημονικής θεωρίας.

Λεξικό Δέντρο

elucidation
elucidative
elucidate
elucid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store