elucidate
e
ɪ
ι
lu
ˈlu
λου
ci
σα
date
ˌdeɪt
ντειτ
/ɪlˈuːsɪdˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "elucidate"στα αγγλικά

to elucidate
01

διασαφηνίζω, εξηγώ

to clarify and make something clear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elucidate
γ΄ ενικό πρόσωπο
elucidates
ενεστώτα μετοχή
elucidating
απλός αόριστος
elucidated
παθητική μετοχή
elucidated
Παραδείγματα
The manager will elucidate the company's future plans during the upcoming staff meeting.
Ο διαχειριστής θα εξηγήσει τα μελλοντικά σχέδια της εταιρείας κατά την επερχόμενη συνάντηση προσωπικού.

Λεξικό Δέντρο

elucidation
elucidative
elucidate
elucid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store