Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to realize
01
συνειδητοποιώ, καταλαβαίνω
to have a sudden or complete understanding of a fact or situation
Transitive: to realize sth | to realize that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
realize
γ΄ ενικό πρόσωπο
realizes
ενεστώτα μετοχή
realizing
απλός αόριστος
realized
παθητική μετοχή
realized
Παραδείγματα
He realized his mistake at once after reviewing the report.
Συνειδητοποίησε αμέσως το λάθος του μετά την ανασκόπηση της αναφοράς.
Παραδείγματα
She worked hard to realize her dream of becoming a published author.
Δούλεψε σκληρά για να πραγματοποιήσει το όνειρό της να γίνει δημοσιευμένη συγγραφέας.
03
πραγματοποιώ, υλοποιώ
to make something tangible or actual from an idea or concept
Transitive: to realize an idea or concept
Παραδείγματα
The artist realized her concept into a stunning sculpture.
Η καλλιτέχνις πραγματοποίησε την ιδέα της σε μια εντυπωσιακή γλυπτική.
04
πραγματοποιώ, αποκομίζω κέρδη
to earn financial gain from a sale or transaction
Transitive: to realize a profit or revenue
Παραδείγματα
The company realized substantial gains from its recent merger.
Η εταιρεία πραγματοποίησε σημαντικά κέρδη από την πρόσφατη συγχώνευσή της.
Παραδείγματα
The company decided to realize some of its holdings to improve liquidity.
Η εταιρεία αποφάσισε να ρευστοποιήσει μερικές από τις κατοχές της για να βελτιώσει τη ρευστότητα.
05
χρησιμοποιώ, απασχολώ
to employ a specific linguistic element in speech or writing
Transitive: to realize a linguistic element
Παραδείγματα
She realized the verb tense consistently throughout her essay.
Χρησιμοποίησε σταθερά τον χρόνο του ρήματος σε όλη την έκθεσή της.
06
πραγματοποιώ, ολοκληρώνω
to enhance or complete a partially written musical composition
Transitive: to realize a musical piece
Παραδείγματα
The unfinished symphony was realized by a contemporary composer.
Η ημιτελής συμφωνία πραγματοποιήθηκε από έναν σύγχρονο συνθέτη.
Λεξικό Δέντρο
realizable
realized
realize
real



























