Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fetch
01
φέρνω, πηγαίνω να πάρω
to go and bring a person or thing, typically at someone's request or for a specific purpose
Transitive: to fetch sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
fetch
γ΄ ενικό πρόσωπο
fetches
ενεστώτα μετοχή
fetching
απλός αόριστος
fetched
παθητική μετοχή
fetched
Παραδείγματα
The children eagerly ran to fetch their toys when their parents called them inside.
Τα παιδιά έτρεξαν με ενθουσιασμό να φέρουν τα παιχνίδια τους όταν οι γονείς τους τους κάλεσαν μέσα.
02
φτάνω, πωλούμαι για
to be valued or sold for at a particular price in a transaction
Transitive: to fetch a price
Παραδείγματα
The limited edition sneakers fetched a significant price on the resale market.
Τα παπούτσια μπότες περιορισμένης έκδοσης έφτασαν σε σημαντική τιμή στην αγορά μεταπώλησης.
Fetch
01
ανάκτηση, πήγαινε-έλα
the action of fetching
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
fetching
fetch



























