Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fetch
01
φέρνω, πηγαίνω να πάρω
to go and bring a person or thing, typically at someone's request or for a specific purpose
Transitive: to fetch sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
fetch
γ΄ ενικό πρόσωπο
fetches
ενεστώτα μετοχή
fetching
απλός αόριστος
fetched
παθητική μετοχή
fetched
Παραδείγματα
Can you please fetch my coat from the car? It's cold outside.
Μπορείς να φέρεις το παλτό μου από το αυτοκίνητο, παρακαλώ; Έξω κάνει κρύο.
02
φτάνω, πωλούμαι για
to be valued or sold for at a particular price in a transaction
Transitive: to fetch a price
Παραδείγματα
The antique vase fetched a high price at the auction due to its rarity and historical significance.
Η αρχαία βάζο έφτασε σε υψηλή τιμή στη δημοπρασία λόγω της σπανιότητας και της ιστορικής της σημασίας.
Fetch
01
ανάκτηση, πήγαινε-έλα
the action of fetching
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fetches
Λεξικό Δέντρο
fetching
fetch



























