Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fetching
01
γοητευτικός, συναρπαστικός
attractive in a way that catches the eye
Παραδείγματα
The painting was so fetching that it drew the attention of every visitor in the gallery.
Ο πίνακας ήταν τόσο γοητευτικός που τράβηξε την προσοχή κάθε επισκέπτη στην γκαλερί.
Λεξικό Δέντρο
fetching
fetch



























