fetching
fet
ˈfɛ
fe
ching
ʧɪng
ching
sketchingfletchingetchingstretching

Ορισμός και σημασία του "fetching"στα αγγλικά

01

γοητευτικός, συναρπαστικός

attractive in a way that catches the eye 
fetching definition and meaning
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fetching
συγκριτικός βαθμός
more fetching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a fetching smile that brightened the room wherever she went. 

Φορούσε ένα γοητευτικό χαμόγελο που φώτιζε το δωμάτιο όπου κι αν πήγαινε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store