Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fetching
01
γοητευτικός, συναρπαστικός
attractive in a way that catches the eye
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fetching
συγκριτικός βαθμός
more fetching
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, attractiveness, perception
Παραδείγματα
She wore a fetching smile that brightened the room wherever she went.
Φορούσε ένα γοητευτικό χαμόγελο που φώτιζε το δωμάτιο όπου κι αν πήγαινε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fetching
fetch



























