Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realizable
01
πραγματοποιήσιμος, εφικτός
capable of being achieved or made possible
Παραδείγματα
The concept of sustainable energy is realizable with the right advancements in solar power.
Η έννοια της βιώσιμης ενέργειας είναι εφικτή με τις σωστές εξελίξεις στην ηλιακή ενέργεια.
02
πραγματοποιήσιμος, εφικτός
capable of being realized
Λεξικό Δέντρο
unrealizable
realizable
realize
real



























