realizable
rea
ˈrɪə
rie
li
ˌlaɪ
lai
zable
zəbl
zēbl
surmisableunadvisableinadvisableadvisable
realisable

Ορισμός και σημασία του "realizable"στα αγγλικά

realizable
01

πραγματοποιήσιμος, εφικτός

capable of being achieved or made possible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most realizable
συγκριτικός βαθμός
more realizable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team's dream of winning the championship became realizable with their intense training. 

Το όνειρο της ομάδας να κερδίσει το πρωτάθλημα έγινε πραγματοποιήσιμο με την εντατική προπόνησή τους.

02

πραγματοποιήσιμος, εφικτός

capable of being realized 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store