Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realizable
01
πραγματοποιήσιμος, εφικτός
capable of being achieved or made possible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most realizable
συγκριτικός βαθμός
more realizable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
possibility, achievement, goals
Παραδείγματα
The team's dream of winning the championship became realizable with their intense training.
Το όνειρο της ομάδας να κερδίσει το πρωτάθλημα έγινε πραγματοποιήσιμο με την εντατική προπόνησή τους.
02
πραγματοποιήσιμος, εφικτός
capable of being realized
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrealizable
realizable
realize
real



























