Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
come-at-able
01
προσβάσιμος, επιτεύξιμος
capable of being reached or attained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most come-at-able
συγκριτικός βαθμός
more come-at-able
διαβαθμίσιμο
02
προσβάσιμος, επιτεύξιμος
able to be reached or attained with effort, preparation, or the right conditions
Παραδείγματα
The solution is come-at-able if we approach the problem step by step.
Η λύση είναι προσβάσιμη αν προσεγγίσουμε το πρόβλημα βήμα προς βήμα.



























