Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comedian
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comedians
Παραδείγματα
The comedian had the audience laughing non-stop with his clever jokes.
Ο κωμικός έκανε το κοινό να γελάει ασταμάτητα με τα έξυπνα αστεία του.
02
κωμικός, κωμικός ηθοποιός
an actor who performs in comedic plays, films, or sketches
Παραδείγματα
The comedian starred in a new Broadway comedy.
Ο κωμικός πρωταγωνίστησε σε μια νέα κωμωδία του Μπρόντγουεϊ.



























