comedian
co
me
ˈmi:
mi
dian
diən
diēn
median

Ορισμός και σημασία του "comedian"στα αγγλικά

01

κωμικός, χιουμορίστας

someone whose job is making their audience laugh through jokes 
comedian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comedians
Παραδείγματα
The comedian had the audience laughing non-stop with his clever jokes. 

Ο κωμικός έκανε το κοινό να γελάει ασταμάτητα με τα έξυπνα αστεία του.

02

κωμικός, κωμικός ηθοποιός

an actor who performs in comedic plays, films, or sketches 
Παραδείγματα
The comedian starred in a new Broadway comedy. 

Ο κωμικός πρωταγωνίστησε σε μια νέα κωμωδία του Μπρόντγουεϊ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store