comedian
co
κα
me
ˈmi
μι
dian
diən
ντιαν
/kəmˈiːdi‍ən/

Ορισμός και σημασία του "comedian"στα αγγλικά

01

κωμικός, χιουμορίστας

someone whose job is making their audience laugh through jokes
comedian definition and meaning
Παραδείγματα
The comedian used personal stories to create humor and connect with the crowd.
Ο κωμικός χρησιμοποίησε προσωπικές ιστορίες για να δημιουργήσει χιούμορ και να συνδεθεί με το πλήθος.
02

κωμικός, κωμικός ηθοποιός

an actor who performs in comedic plays, films, or sketches
Παραδείγματα
The comedian performed multiple roles in the stage play.
Ο κωμικός ερμήνευσε πολλαπλούς ρόλους στη θεατρική παράσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store