doable
doable
du:əbl
ντουαμπλ
double

Ορισμός και σημασία του "doable"στα αγγλικά

01

εφικτό, πραγματοποιήσιμο

capable of being successfully accomplished 
doable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doable
συγκριτικός βαθμός
more doable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
tasks, feasibility, achievement
Παραδείγματα
The task is challenging, but it’s definitely doable with the right resources. 

Η εργασία είναι προκλητική, αλλά σίγουρα εφικτή με τους σωστούς πόρους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undoable
doable
do
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store