Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dobson
01
ντόμπσον, εφήμερο
large soft-bodied insect having long slender mandibles in the male; aquatic larvae often used as bait
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dobsons
02
μεγάλη καφέ υδρόβια προνύμφη της μύγας dobson· χρησιμοποιείται ως δόλωμα ψαρέματος, προνύμφη dobson
large brown aquatic larva of the dobsonfly; used as fishing bait



























