Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reap
01
θερίζω, συγκομίζω
to cut or gather a crop
Transitive: to reap a crop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reap
γ΄ ενικό πρόσωπο
reaps
ενεστώτα μετοχή
reaping
απλός αόριστος
reaped
παθητική μετοχή
reaped
Παραδείγματα
The farmers reap wheat from the fields during the summer harvest.
Οι αγρότες θερίζουν σιτάρι από τα χωράφια κατά το θερινό συγκομιδή.
02
θερίζω, κερδίζω
to gain something, particularly something beneficial, as the result of one's actions
Transitive: to reap a result or benefit
Παραδείγματα
After years of hard work, she finally reaped the rewards of her success.
Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, αποκομίζει επιτέλους τα αποτελέσματα της επιτυχίας της.
Λεξικό Δέντρο
reaper
reap



























