Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reap
01
θερίζω, συγκομίζω
to cut or gather a crop
Transitive: to reap a crop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reap
γ΄ ενικό πρόσωπο
reaps
ενεστώτα μετοχή
reaping
απλός αόριστος
reaped
παθητική μετοχή
reaped
Παραδείγματα
He reaps hay from the meadow to feed the livestock during the winter.
Αυτός θερίζει άχυρο από το λιβάδι για να ταΐσει τα ζώα τον χειμώνα.
02
θερίζω, κερδίζω
to gain something, particularly something beneficial, as the result of one's actions
Transitive: to reap a result or benefit
Παραδείγματα
The entrepreneur reaped significant profits from launching a new and innovative product.
Ο επιχειρηματίας απέκτησε σημαντικά κέρδη από την κυκλοφορία ενός νέου και καινοτόμου προϊόντος.
Λεξικό Δέντρο
reaper
reap



























