to reanimate
re
ri:
ri
a
æ
ā
ni
ni
mate
meɪt
meit

Ορισμός και σημασία του "reanimate"στα αγγλικά

to reanimate
01

αναζωογονώ, αναβιώνω

to bring something back to life 
Transitive: to reanimate sb/sth
to reanimate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reanimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reanimates
ενεστώτα μετοχή
reanimating
απλός αόριστος
reanimated
παθητική μετοχή
reanimated
Παραδείγματα
The scientist attempted to reanimate the dead tissue in his laboratory experiment. 

Ο επιστήμονας προσπάθησε να αναζωογονήσει τον νεκρό ιστό στο πείραμά του στο εργαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reanimate
animate
anim
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store