Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reanimate
01
αναζωογονώ, αναβιώνω
to bring something back to life
Transitive: to reanimate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reanimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reanimates
ενεστώτα μετοχή
reanimating
απλός αόριστος
reanimated
παθητική μετοχή
reanimated
Παραδείγματα
The ancient spell was said to have the power to reanimate the spirits of the dead.
Λέγεται ότι το αρχαίο ξόρκι είχε τη δύναμη να αναζωογονήσει τα πνεύματα των νεκρών.
Λεξικό Δέντρο
reanimate
animate
anim



























