Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perceive
01
αντιλαμβάνομαι, διακρίνω
to realize through the senses
Transitive: to perceive a sensory stimulus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perceive
γ΄ ενικό πρόσωπο
perceives
ενεστώτα μετοχή
perceiving
απλός αόριστος
perceived
παθητική μετοχή
perceived
Παραδείγματα
As she touched the fabric, she perceived its softness and knew it was made of silk.
Καθώς άγγιξε το ύφασμα, αντέλαβε την απαλότητά του και ήξερε ότι ήταν από μετάξι.
Παραδείγματα
He didn't initially understand the implications, but soon perceived the gravity of the decision.
Δεν κατάλαβε αρχικά τις επιπτώσεις, αλλά σύντομα αντιλήφθηκε τη βαρύτητα της απόφασης.
03
αντιλαμβάνομαι, θεωρώ
to understand or think about someone or something in a certain way
Παραδείγματα
People often perceive him as confident and friendly.
Οι άνθρωποι συχνά τον αντιλαμβάνονται ως αυτοπεπεισμένο και φιλικό.
Λεξικό Δέντρο
misperceive
perceivable
perceived
perceive



























