percentage
Pronunciation
/pɝˈsɛnədʒ/, /pɝˈsɛnɪdʒ/, /pɝˈsɛntədʒ/, /pɝˈsɛntɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "percentage"στα αγγλικά

01

ποσοστό

a number or amount expressed as a fraction of 100
percentage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
percentages
Παραδείγματα
The company aims to reduce its carbon emissions by a significant percentage over the next five years.
Η εταιρεία στοχεύει να μειώσει τις εκπομπές άνθρακα της κατά ένα σημαντικό ποσοστό τα επόμενα πέντε χρόνια.
02

συμφέρον, πλεονέκτημα

a personal gain or advantage
informal
Παραδείγματα
They negotiated their percentage before agreeing to the contract.
Διαπραγματεύτηκαν το ποσοστό τους πριν συμφωνήσουν στη σύμβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store