Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percentage
/pɝˈsɛnədʒ/, /pɝˈsɛnɪdʒ/, /pɝˈsɛntədʒ/, /pɝˈsɛntɪdʒ/
Percentage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
percentages
Παραδείγματα
The company aims to reduce its carbon emissions by a significant percentage over the next five years.
Η εταιρεία στοχεύει να μειώσει τις εκπομπές άνθρακα της κατά ένα σημαντικό ποσοστό τα επόμενα πέντε χρόνια.
02
συμφέρον, πλεονέκτημα
a personal gain or advantage
informal
Παραδείγματα
They negotiated their percentage before agreeing to the contract.
Διαπραγματεύτηκαν το ποσοστό τους πριν συμφωνήσουν στη σύμβαση.
Λεξικό Δέντρο
percentage
percent



























