percentage
per
cen
ˈsɛn
sen
tage
tɪʤ
tij
parsonage

Ορισμός και σημασία του "percentage"στα αγγλικά

01

ποσοστό

a number or amount expressed as a fraction of 100 
percentage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
percentages
Παραδείγματα
The percentage of students who passed the exam increased significantly this year. 

Το ποσοστό των μαθητών που πέρασαν τις εξετάσεις αυξήθηκε σημαντικά φέτος.

02

συμφέρον, πλεονέκτημα

a personal gain or advantage 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He didn't see any percentage in taking the risky job. 

Δεν είδε κανένα ποσοστό στο να πάρει τη ριψοκίνδυνη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store