Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Percentage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
percentages
Παραδείγματα
The percentage of students who passed the exam increased significantly this year.
Το ποσοστό των μαθητών που πέρασαν τις εξετάσεις αυξήθηκε σημαντικά φέτος.
02
συμφέρον, πλεονέκτημα
a personal gain or advantage
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He didn't see any percentage in taking the risky job.
Δεν είδε κανένα ποσοστό στο να πάρει τη ριψοκίνδυνη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
percentage
percent



























