Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perceive
01
αντιλαμβάνομαι, διακρίνω
to realize through the senses
Transitive: to perceive a sensory stimulus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perceive
γ΄ ενικό πρόσωπο
perceives
ενεστώτα μετοχή
perceiving
απλός αόριστος
perceived
παθητική μετοχή
perceived
Παραδείγματα
Tasting the dish allowed them to perceive the blend of flavors and spices.
Η δοκιμή του πιάτου τους επέτρεψε να αντιληφθούν το μείγμα γευμάτων και μπαχαρικών.
Παραδείγματα
When she read the letter, she immediately perceived the urgency of the situation.
Όταν διάβασε την επιστολή, αντέλαβε αμέσως την επείγουσα κατάσταση.
03
αντιλαμβάνομαι, θεωρώ
to understand or think about someone or something in a certain way
Παραδείγματα
He perceives failure as a chance to grow.
Αυτός αντιλαμβάνεται την αποτυχία ως μια ευκαιρία για ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
misperceive
perceivable
perceived
perceive



























