Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curdling
01
πήξη, πηκτοποίηση
the separation of a liquid into solid curds and liquid whey, often caused by acidity or heat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Curdling can occur when lemon juice is added to milk, causing the proteins to coagulate and form curds, as seen in the preparation of homemade cheese.
Η πήξη μπορεί να συμβεί όταν προστίθεται χυμός λεμονιού στο γάλα, προκαλώντας την πήξη των πρωτεϊνών και το σχηματισμό τυροπήγματος, όπως φαίνεται στην παρασκευή σπιτικού τυριού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
curdling
curdle



























