Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cure-all
01
πανάκεια, καθολικό φάρμακο
an object, medicine, or remedy thought to have universal healing properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cure-alls
Παραδείγματα
He sought a cure-all to fix his chronic pain.
Αναζητούσε ένα πανάκεια για να θεραπεύσει τον χρόνιο πόνο του.
02
πανάκεια, καθολική λύση
anything thought to resolve all difficulties
Παραδείγματα
Education is often considered a cure-all for social inequality.
Η εκπαίδευση θεωρείται συχνά μια πανάκεια για την κοινωνική ανισότητα.



























