Curfew
volume
British pronunciation/kˈɜːfjuː/
American pronunciation/ˈkɝfju/

Ορισμός και Σημασία του "curfew"

01

απαγόρευση κυκλοφορίας, βραδινή απαγόρευση

an order or law that prohibits people from going outside after a specific time, particularly at night
Wiki
example
Example
click on words
The government imposed a strict curfew, requiring everyone to be indoors by 9 PM to maintain public safety.
Η κυβέρνηση επιβάλλει αυστηρή απαγόρευση κυκλοφορίας, απαιτώντας από όλους να είναι σε εσωτερικούς χώρους μέχρι τις 9 το βράδυ για την διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας.
During the state of emergency, the mayor announced a curfew to prevent looting and ensure order.
Κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ο δήμαρχος ανακοίνωσε την απαγόρευση κυκλοφορίας για να αποτρέψει τις λεηλασίες και να διασφαλίσει την τάξη.
02

καμπάνα απαγόρευσης, σήμα απαγόρευσης

a signal (usually a bell) announcing the start of curfew restrictions
03

απαγόρευση κυκλοφορίας, χτύπημα του συναγερμού

the time that the curfew signal is sounded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store