curfew
curfew
kɜ:fju:
kēfyoo
curlew

Ορισμός και σημασία του "curfew"στα αγγλικά

01

απαγόρευση κυκλοφορίας, απαγόρευση εξόδου

an order or law that prohibits people from going outside after a specific time, particularly at night 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curfews
Παραδείγματα
The government imposed a strict curfew, requiring everyone to be indoors by 9 PM to maintain public safety. 

Η κυβέρνηση επέβαλε αυστηρή απαγόρευση κυκλοφορίας, απαιτώντας από όλους να βρίσκονται σε εσωτερικούς χώρους έως τις 9 μ.μ. για τη διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας.

02

κουδούνι απαγόρευσης κυκλοφορίας, σήμα απαγόρευσης κυκλοφορίας

a signal, often a bell or siren, indicating the start of curfew restrictions 
Παραδείγματα
The town bell served as the curfew each evening. 

Η καμπάνα της πόλης λειτουργούσε ως απαγόρευση κυκλοφορίας κάθε βράδυ.

03

ώρα απαγόρευσης κυκλοφορίας, αρχή απαγόρευσης κυκλοφορίας

the specific time at which curfew restrictions begin 
Παραδείγματα
The curfew is set for 9 p.m. every night. 

Η απαγόρευση κυκλοφορίας ορίζεται στις 9 μ.μ. κάθε βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store