Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curfew
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curfews
Παραδείγματα
The government imposed a strict curfew, requiring everyone to be indoors by 9 PM to maintain public safety.
Η κυβέρνηση επέβαλε αυστηρή απαγόρευση κυκλοφορίας, απαιτώντας από όλους να βρίσκονται σε εσωτερικούς χώρους έως τις 9 μ.μ. για τη διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας.
02
κουδούνι απαγόρευσης κυκλοφορίας, σήμα απαγόρευσης κυκλοφορίας
a signal, often a bell or siren, indicating the start of curfew restrictions
Παραδείγματα
The town bell served as the curfew each evening.
Η καμπάνα της πόλης λειτουργούσε ως απαγόρευση κυκλοφορίας κάθε βράδυ.
03
ώρα απαγόρευσης κυκλοφορίας, αρχή απαγόρευσης κυκλοφορίας
the specific time at which curfew restrictions begin
Παραδείγματα
The curfew is set for 9 p.m. every night.
Η απαγόρευση κυκλοφορίας ορίζεται στις 9 μ.μ. κάθε βράδυ.



























