cure-all
cure
kjʊə
kyue
all
ɔ:l
awl

Ορισμός και σημασία του "cure-all"στα αγγλικά

01

πανάκεια, καθολικό φάρμακο

an object, medicine, or remedy thought to have universal healing properties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cure-alls
Παραδείγματα
The potion was advertised as a cure-all for every illness. 

Το φίλτρο διαφημιζόταν ως πανάκεια για κάθε ασθένεια.

02

πανάκεια, καθολική λύση

anything thought to resolve all difficulties 
Παραδείγματα
The new policy was touted as a cure-all for the city's traffic issues. 

Η νέα πολιτική προωθήθηκε ως μια πανάκεια για τα προβλήματα κυκλοφορίας της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store