to tinge
tinge
tɪnʤ
tinj
tangetwingetingletenge

Ορισμός και σημασία του "tinge"στα αγγλικά

to tinge
01

χρωματίζω ελαφρά, προσδίδω απόχρωση

to add a light or subtle color to something, giving it a hint of a particular shade 
Transitive: to tinge sth with a color
to tinge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
tinges
ενεστώτα μετοχή
tingeing
απλός αόριστος
tinged
παθητική μετοχή
tinged
Παραδείγματα
The sunrise tinges the sky with soft hues of pink and orange. 

Η ανατολή του ηλίου βαφτίζει τον ουρανό με απαλές αποχρώσεις του ροζ και του πορτοκαλί.

02

χρωματίζω, διαποτίζω

to infuse or impart a particular feeling or quality into something 
Transitive: to tinge a situation with a quality
Παραδείγματα
Her voice carried a note of sadness, tinging the otherwise cheerful conversation with a touch of melancholy. 

Η φωνή της κουβαλούσε μια νότα θλίψης, βαφτίζοντας την διαφορετικά χαρούμενη συζήτηση με μια αφή μελαγχολίας.

01

μια απόχρωση, μια νότα

a slight presence of an emotion, quality, or characteristic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tinges
Παραδείγματα
His voice carried a tinge of sadness. 

Η φωνή του κουβαλούσε μια αποχρώση θλίψης.

02

απόχρωση, χροιά

a faint or subtle shade of color added to something 
Παραδείγματα
The sky had a tinge of pink at sunset. 

Ο ουρανός είχε μια απόχρωση ροζ στο ηλιοβασίλεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store