reposer
re
ʁə
po
paw
ser
ze
ze

Ορισμός και σημασία του "reposer"στα γαλλικά

reposer
01

κοιμάμαι, ξεκουράζομαι

être dans un état de sommeil ou de repos profond 
reposer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
repose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reposons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reposerai
ενεστώτα μετοχή
reposant
παθητική μετοχή
reposé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reposions
Παραδείγματα
Il repose paisiblement dans son lit. 

Ξεκουράζεται ήρεμα στο κρεβάτι του.

02

ξεκουράζομαι, αναπαύομαι

prendre un temps de repos pour récupérer de la fatigue physique ou mentale 
reposer definition and meaning
Παραδείγματα
Après une longue journée, je vais me reposer. 

Μετά από μια μακρά μέρα, θα πάω να ξεκουραστώ.

03

βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι

compter sur quelqu'un ou quelque chose, avoir confiance en son aide ou sa fiabilité 
reposer definition and meaning
Παραδείγματα
Je me repose sur toi pour terminer ce travail. 

Βασίζομαι σε σένα για να τελειώσω αυτή τη δουλειά.

04

ξεκουράζομαι, αναπαύομαι

rester immobile pendant un certain temps pour atteindre un meilleur état (souvent utilisé pour les aliments ou les pâtes) 
Παραδείγματα
Laissez la pâte reposer pendant 30 minutes. 

Αφήστε τη ζύμη να ξεκουραστεί για 30 λεπτά.

05

επιστρέφω στη θέση του, τοποθετώ ξανά

remettre quelque chose à sa place après l'avoir déplacé 
Παραδείγματα
Il a reposé le livre sur l'étagère. 

Έβαλε το βιβλίο πίσω στο ράφι.

06

επανεγκαθιστώ, επιστρέφω στη θέση του

remettre un objet à sa position initiale, en particulier après l'avoir retiré ou démonté 
Παραδείγματα
Le mécanicien a reposé la roue après la réparation. 

Ο μηχανικός επανέθεσε τη ρόδα μετά την επισκευή.

07

επαναλαμβάνω, ρωτώ ξανά

formuler de nouveau une question déjà posée 
Παραδείγματα
Il a reposé la même question trois fois. 

Επανέλαβε την ίδια ερώτηση τρεις φορές.

08

βασίζομαι, στηρίζομαι

être fondé ou basé sur quelque chose (idée, principe, support, etc.) 
Παραδείγματα
Le succès de ce projet repose sur une bonne organisation. 

Η επιτυχία αυτού του έργου βασίζεται σε μια καλή οργάνωση.

09

ξεκουράζομαι, αναπαύομαι

donner du repos à quelqu'un, permettre à quelqu'un de se détendre ou de récupérer 
Παραδείγματα
Ce fauteuil confortable repose bien le dos. 

Αυτή η άνετη πολυθρόνα ξεκουράζει καλά την πλάτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store