repoussant
re
ʁə
ρα
pou
pu
που
ssant
sɑ̃
σα
reposant

Ορισμός και σημασία του "repoussant"στα γαλλικά

repoussant
01

αποκρουστικός, αηδιαστικός

qui provoque du dégoût ou du rejet 
repoussant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus repoussant
συγκριτικός βαθμός
plus repoussant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
repoussant
αρσενικό πληθυντικό
repoussants
θηλυκό ενικό
repoussante
θηλυκό πληθυντικό
repoussantes
θεματικό πεδίο
apparence, réaction, goût
Παραδείγματα
Ce plat est vraiment repoussant. 

Αυτό το πιάτο είναι πραγματικά αποκρουστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store