Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repousser
01
αναβάλλω
reporter à une date ultérieure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
repousse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
repoussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
repousserai
ενεστώτα μετοχή
repoussant
παθητική μετοχή
repoussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
repoussions
Παραδείγματα
Peut -on repousser l' échéance jusqu' à vendredi ?
Μπορούμε να αναβάλουμε την προθεσμία μέχρι την Παρασκευή;
02
απορρίπτω, αποκρούω
refuser catégoriquement une proposition ou une avance
Παραδείγματα
Il repousse systématiquement nos invitations.
Απορρίπτει συστηματικά τις προσκλήσεις μας.
03
ξαναφυτρώνω, αναβλαστάνω
recommencer à pousser après une coupe ou une période d'arrêt
Παραδείγματα
Après l' incendie, la forêt mettra des années à repousser.
Μετά την πυρκαγιά, το δάσος θα χρειαστεί χρόνια για να ξαναφυτρώσει.



























