Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le repos
[gender: masculine]
01
ηρεμία, γαλήνη
état de paix ou d'absence de bruit et de mouvement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La musique douce apporte repos et sérénité.
Η απαλή μουσική φέρνει ξεκούραση και γαλήνη.
02
ξεκούραση, ανάπαυση
période pendant laquelle on se repose pour récupérer des forces ou se détendre
Παραδείγματα
Il lit un livre pour se détendre et profiter de son repos.
Διαβάζει ένα βιβλίο για να χαλαρώσει και να απολαύσει την ξεκούρασή του.
03
ανάπαυση, διάλειμμα
moment où l'on cesse momentanément une activité pour récupérer ou se régénérer
Παραδείγματα
Le repos obligatoire est important pour la sécurité des conducteurs.
Η υποχρεωτική ξεκούραση είναι σημαντική για την ασφάλεια των οδηγών.



























