Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reprocher
01
κατηγορώ, μεμφομαι
dire à quelqu'un qu'il a fait quelque chose de mal ou qu'il est responsable d'une faute
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
reproche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reprochons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reprocherai
ενεστώτα μετοχή
reprochant
παθητική μετοχή
reproché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reprochions
Παραδείγματα
Nous lui reprochons de ne pas avoir prévenu.
Τον κατηγορούμε που δεν μας προειδοποίησε.



























