reprocher
Pronunciation
/ʀ(ə)pʀɔʃe/

Ορισμός και σημασία του "reprocher"στα γαλλικά

reprocher
01

κατηγορώ, μεμφομαι

dire à quelqu'un qu'il a fait quelque chose de mal ou qu'il est responsable d'une faute
reprocher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
reproche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reprochons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reprocherai
ενεστώτα μετοχή
reprochant
παθητική μετοχή
reproché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reprochions
Παραδείγματα
Nous lui reprochons de ne pas avoir prévenu.
Τον κατηγορούμε που δεν μας προειδοποίησε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store