reprocher
rep
ʁəp
ραπ
ro
ʁɔ
ρο
cher
ʃe
σε
repêcherrempocher

Ορισμός και σημασία του "reprocher"στα γαλλικά

reprocher
01

κατηγορώ, μεμφομαι

dire à quelqu'un qu'il a fait quelque chose de mal ou qu'il est responsable d'une faute 
reprocher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
reproche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reprochons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reprocherai
ενεστώτα μετοχή
reprochant
παθητική μετοχή
reproché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reprochions
Παραδείγματα
Elle lui reproche d'être en retard. 

Αυτή τον κατηγορεί που άργησε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store