Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repousser
01
αναβάλλω
reporter à une date ultérieure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
repousse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
repoussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
repousserai
ενεστώτα μετοχή
repoussant
παθητική μετοχή
repoussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
repoussions
Παραδείγματα
Nous devons repousser la réunion à la semaine prochaine.
Πρέπει να αναβάλουμε τη συνάντηση για την επόμενη εβδομάδα.
02
απορρίπτω, αποκρούω
refuser catégoriquement une proposition ou une avance
Παραδείγματα
Elle a repoussé sa demande en mariage avec tact.
Απόρριψε την πρόταση γάμου του με τακτ.
03
ξαναφυτρώνω, αναβλαστάνω
recommencer à pousser après une coupe ou une période d'arrêt
Παραδείγματα
Les cheveux repoussent après une coupe.
Τα μαλλιά ξαναφυτρώνουν μετά από ένα κούρεμα.



























