Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dur
01
σκληρός, στερεός
qui est solide, pas mou, difficile à plier ou casser
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dur
συγκριτικός βαθμός
plus dur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dur
αρσενικό πληθυντικό
durs
θηλυκό ενικό
dure
θηλυκό πληθυντικό
dures
Παραδείγματα
Ce pain est très dur.
Αυτό το ψωμί είναι πολύ σκληρό.
02
δύσκολος, σκληρός
qui est difficile ou pénible à faire, à supporter ou à vivre
Παραδείγματα
Ce travail est dur.
Αυτή η δουλειά είναι σκληρή.
03
σκληρός, ανθεκτικός
qui résiste bien à l'usure, à la pression ou aux chocs
Παραδείγματα
Ce matériau est très dur.
Αυτό το υλικό είναι πολύ σκληρό.
04
πεισματάρης, επίμονος
qui est difficile à changer, lourd à convaincre, ou qui ne se laisse pas contrôler
Παραδείγματα
Il est très dur à convaincre.
Είναι πολύ δύσκολος να πειστεί.
05
αυστηρός, σκληρός
qui impose des règles strictes, exige beaucoup, ou punit sévèrement
Παραδείγματα
Le professeur est dur avec les élèves.
Ο δάσκαλος είναι αυστηρός με τους μαθητές.
06
σκληρός, απότομος
qui produit une lumière forte, éblouissante ou désagréable
Παραδείγματα
La lumière est trop dure dans cette pièce.
Το φως είναι πολύ σκληρό σε αυτό το δωμάτιο.
07
αδιάλλακτος, σκληρός
qui est ferme, inflexible, et refuse tout compromis dans une position, une politique ou une tendance
Παραδείγματα
La tendance dure d'un syndicat.
Η σκληρή στάση ενός συνδικάτου.
dur
01
έντονα, με μεγάλη προσπάθεια
de manière intense ou avec beaucoup d'effort
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Il travaille dur tous les jours.
Δουλεύει σκληρά κάθε μέρα.



























