Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le duplex
01
διώροφο διαμέρισμα, ντούπλεξ
logement comprenant deux niveaux à l'intérieur d'un même appartement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
duplex
Παραδείγματα
Elle habite dans un duplex au dernier étage de l' immeuble.
Ζει σε ένα duplex στον τελευταίο όροφο του κτιρίου.
02
διπλό, αμφίδρομη επικοινωνία
système ou communication où les informations peuvent circuler dans les deux sens simultanément
Παραδείγματα
Le téléphone portable utilise souvent le mode duplex.
Το κινητό τηλέφωνο χρησιμοποιεί συχνά τη λειτουργία duplex.



























