le duplex
dup
dʏp
dup
lex
ˈlɛks
leks

Ορισμός και σημασία του "duplex"στα γαλλικά

01

διώροφο διαμέρισμα, ντούπλεξ

logement comprenant deux niveaux à l'intérieur d'un même appartement 
le duplex definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
duplex
Παραδείγματα
Ils ont acheté un duplex avec une grande terrasse. 

Αγόρασαν ένα duplex με μια μεγάλη βεράντα.

02

διπλό, αμφίδρομη επικοινωνία

système ou communication où les informations peuvent circuler dans les deux sens simultanément 
Παραδείγματα
La ligne téléphonique est en duplex. 

Η τηλεφωνική γραμμή είναι σε λειτουργία duplex.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store