Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durable
01
ανθεκτικός, διαρκής
qui dure longtemps, qui résiste au temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus durable
συγκριτικός βαθμός
plus durable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
durable
αρσενικό πληθυντικό
durables
θηλυκό ενικό
durable
θηλυκό πληθυντικό
durables
θεματικό πεδίο
matériau, temps, qualité
Παραδείγματα
Ce matériau est très durable.
Αυτό το υλικό είναι πολύ ανθεκτικό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
durable
dur



























