durable
Pronunciation
/dyʀabl/

Ορισμός και σημασία του "durable"στα γαλλικά

01

ανθεκτικός, διαρκής

qui dure longtemps, qui résiste au temps
durable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus durable
συγκριτικός βαθμός
plus durable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
durable
αρσενικό πληθυντικό
durables
θηλυκό ενικό
durable
θηλυκό πληθυντικό
durables
Παραδείγματα
Ils veulent un développement durable pour la région.
Θέλουν μια βιώσιμη ανάπτυξη για την περιοχή.

Λεξικό Δέντρο

durable
dur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store