Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to surge
01
αναπηδώ, αυξάνομαι απότομα και σημαντικά
(of prices, shares, etc.) to abruptly and significantly increase
Intransitive
Παραδείγματα
After a positive earnings report, the company's stock surged by 20% in a single day.
Μετά από μια θετική έκθεση κερδών, η μετοχή της εταιρείας αυξήθηκε απότομα κατά 20% σε μία μόνο ημέρα.
02
ορμώ, ξεχύνομαι
to move in a sudden, strong, and often irregular forward or upward motion
Intransitive: to surge to a direction
Παραδείγματα
As the doors opened, the crowd surged forward, eager to enter the venue.
Καθώς άνοιγαν οι πόρτες, το πλήθος έσπευσε προς τα εμπρός, ανυπόμονο να μπει στο χώρο.
03
ξεχύνομαι, αυξάνομαι
to move or swell forward with great force
Intransitive: to surge | to surge to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
surge
γ΄ ενικό πρόσωπο
surges
ενεστώτα μετοχή
surging
απλός αόριστος
surged
παθητική μετοχή
surged
Παραδείγματα
The waves surged against the shore, creating a mesmerizing display of power and motion.
Τα κύματα έσπευσαν κατά της ακτής, δημιουργώντας μια μαγευτική επίδειξη δύναμης και κίνησης.
04
ανασηκώνομαι απότομα, ανεβαίνω ξαφνικά
to experience an upward or lifting motion, often due to the impact of a natural force
Intransitive: to surge | to surge to a direction
Παραδείγματα
The ship surged as it rode the crest of a large wave.
Το πλοίο αναπήδησε καθώς καβαλούσε την κορυφή ενός μεγάλου κύματος.
Surge
01
κύμα, ροή
a sudden, forceful movement of a liquid, current, or similar substance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surges
Παραδείγματα
A surge of water flooded the streets after the storm.
Ένα κύμα νερού πλημμύρισε τους δρόμους μετά τη θύελλα.
02
αύξηση, κύμα
a sudden or abrupt rise in quantity, intensity, or activity
Παραδείγματα
There was a surge in electricity demand during the heatwave.
Υπήρξε μια αύξηση στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια του καύσωνα.
03
κύμα, θαλασσοταραχή
a large, often powerful sea wave, sometimes caused by storm or tide
Παραδείγματα
The storm generated huge surges along the coastline.
Η καταιγίδα δημιούργησε τεράστια κύματα κατά μήκος της ακτής.
Λεξικό Δέντρο
resurge
surging
surge



























