to surge
surge
sɜ:ʤ
sēj
sergespurge

Ορισμός και σημασία του "surge"στα αγγλικά

to surge
01

αναπηδώ, αυξάνομαι απότομα και σημαντικά

(of prices, shares, etc.) to abruptly and significantly increase 
Intransitive
to surge definition and meaning
Παραδείγματα
After a positive earnings report, the company's stock surged by 20% in a single day. 

Μετά από μια θετική έκθεση κερδών, η μετοχή της εταιρείας αυξήθηκε απότομα κατά 20% σε μία μόνο ημέρα.

02

ορμώ, ξεχύνομαι

to move in a sudden, strong, and often irregular forward or upward motion 
Intransitive: to surge to a direction
to surge definition and meaning
Παραδείγματα
As the doors opened, the crowd surged forward, eager to enter the venue. 

Καθώς άνοιγαν οι πόρτες, το πλήθος έσπευσε προς τα εμπρός, ανυπόμονο να μπει στο χώρο.

03

ξεχύνομαι, αυξάνομαι

to move or swell forward with great force 
Intransitive: to surge | to surge to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
surge
γ΄ ενικό πρόσωπο
surges
ενεστώτα μετοχή
surging
απλός αόριστος
surged
παθητική μετοχή
surged
Παραδείγματα
The waves surged against the shore, creating a mesmerizing display of power and motion. 

Τα κύματα έσπευσαν κατά της ακτής, δημιουργώντας μια μαγευτική επίδειξη δύναμης και κίνησης.

04

ανασηκώνομαι απότομα, ανεβαίνω ξαφνικά

to experience an upward or lifting motion, often due to the impact of a natural force 
Intransitive: to surge | to surge to a direction
Παραδείγματα
The ship surged as it rode the crest of a large wave. 

Το πλοίο αναπήδησε καθώς καβαλούσε την κορυφή ενός μεγάλου κύματος.

01

κύμα, ροή

a sudden, forceful movement of a liquid, current, or similar substance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surges
Παραδείγματα
A surge of water flooded the streets after the storm. 

Ένα κύμα νερού πλημμύρισε τους δρόμους μετά τη θύελλα.

02

αύξηση, κύμα

a sudden or abrupt rise in quantity, intensity, or activity 
Παραδείγματα
There was a surge in electricity demand during the heatwave. 

Υπήρξε μια αύξηση στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια του καύσωνα.

03

κύμα, θαλασσοταραχή

a large, often powerful sea wave, sometimes caused by storm or tide 
Παραδείγματα
The storm generated huge surges along the coastline. 

Η καταιγίδα δημιούργησε τεράστια κύματα κατά μήκος της ακτής.

04

υπέρταση, αύξηση τάσης

a sudden and temporary increase in current or voltage within an electrical circuit 
Παραδείγματα
The lightning strike caused a surge, damaging several appliances in the house. 

Η αστραπή προκάλεσε μια ύφεση, καταστρέφοντας πολλές συσκευές στο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store